Ας τα πάρουμε με την σειρά.
Το μαγαζί. Το Blues club.Μια παλιά μονοκατοικία πάνω στην Πανόρμου.
Σαλοτραπεζαρία η είσοδος, η μισή πάλκο, με το πιάνο και το ντραμς και τις θέσεις για κιθάρες, και κενό στη μέση, και στην άκρη μια μπαριέρα και καρέκλες.
Πιο μέσα, δυο δωμάτια με θέα στη σκηνή, με δυο-τρία τραπέζια το καθένα και άπλετο χώρο για όρθιους.
Όλοι μαζί, χωρούσαν καμιά εκατοσταριά με δικαίωμα εναλλάξ να ξεκουράζονται καθήμενοι.
Η εξυπηρέτηση παραπάνω από τέλεια.
Μπύρες και πατατάκια και ποτά για πιο κυριλέ. Δύσκολα θα ξεπερνούσες τα 12-13 ευρώ, εκτός αν είχες άγριες προθέσεις.
Κι όλα αυτά για ένα σκοπό.
Για τον ήχο.
Πριν πάμε σε σχόλιο για τους «γερόλυκους», τα μηχανήματα απέδιδαν άψογα αυτό που έπαιρναν από τα δάκτυλα και τα πλεμόνια.
Και μετά… μετά άρχισαν.
Ο ρυθμός.
Αυτός ο ρυθμός δεν περιγράφεται.
Στην πραγματικότητα ούτε βλέπεται, ούτε ακούγεται.
Υπάρχει γύρω σου, μπαίνει μέσα σου, μόνο όταν στέκεσαι κοντά του.
Κι όσο προχωρά η ωριμότητα της ηλικίας των «παικτών», τόσο πιο μεστός είναι ο ρυθμός.
Ώσπου κάποτε να σαπίσει. Όπως όλα τα εν ζωή.
Μια ιδέα παίρνετε από το βίντεο και τα υπόλοιπα μπορείτε να τα φανταστείτε.
Τα πειραγμένα κομμάτια, τα αυθεντικά, τα άγνωστα, τα γνωστά, όλα μαζί κρατήσανε εμένα γέρο άνθρωπο 3,5 ώρες όρθιο.
Κι ο Στέλιος ρε παιδί μου.
Δεν του το ‘χα.
Πάνω από τέσσερις ώρες χτυπιότανε, περίπου όπως τον βλέπετε στο βίντεο, και στο τέλος, ακούραστος. Παιδάκι. Χαζογέλασε και ήθελε κι άλλο.
Την επόμενη φορά, θα σας προσκαλέσω όλους.
από το drapetsona-manos.blogspot.com

